Η υποχρεωτική ηλεκτρονική συνταγογράφηση των αντιβιοτικών, η οποία τέθηκε σε εφαρμογή τον Σεπτέμβριο του 2020, αναδεικνύεται ως κομβική παρέμβαση για την αντιμετώπιση κρίσιμων ζητημάτων δημόσιας υγείας. Πριν την εφαρμογή του μέτρου, παρατηρούνταν ένα ανησυχητικά υψηλό ποσοστό, τέσσερα στα δέκα αντιβιοτικά, να χορηγούνται χωρίς επίσημη ιατρική συνταγή. Η διαπίστωση αυτή προκύπτει από μελέτη που εκπονήθηκε από το Ινστιτούτο Επιστημονικών Ερευνών του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου (ΠΙΣ), βασιζόμενη σε δεδομένα ηλεκτρονικής συνταγογράφησης της ΗΔΙΚΑ, τα οποία παρουσιάστηκαν πρόσφατα στο Υπουργείο Υγείας.
Διαφάνεια και Έλεγχος στην Κατανάλωση Αντιβιοτικών
Τα νέα στοιχεία προσφέρουν αδιαμφισβήτητη διαφάνεια στο καθεστώς διάθεσης των αντιβιοτικών φαρμάκων. Επί σειρά ετών, η απουσία επαρκών παρεμβάσεων από την πολιτεία επέτρεπε την ευρεία χορήγηση αντιβιοτικών, συχνά απευθείας από τα φαρμακεία, γεγονός που δυσχέραινε τον έλεγχο και τη χαρτογράφηση της πραγματικής κατανάλωσης. Η ηλεκτρονική συνταγογράφηση έχει πλέον θέσει τέλος σε αυτή την πρακτική, καθιστώντας ορατή κάθε συνταγογράφηση και χορήγηση.
Ο Ρόλος της Ηλεκτρονικής Συνταγογράφησης στην Αντιμετώπιση της Αντοχής
Ο Υπουργός Υγείας, κ. Άδωνις Γεωργιάδης, σχολιάζοντας τα ευρήματα της μελέτης, υπογράμμισε την κρισιμότητα της νέας εικόνας που διαμορφώνεται. «Διαθέτουμε πλέον σαφή δεδομένα για την κατανάλωση αντιβιοτικών, τόσο πριν όσο και μετά την υποχρεωτική συνταγογράφησή τους. Αυτά τα στοιχεία αποτελούν την αφετηρία για την ουσιαστική κατανόηση των αιτιών της υπερκατανάλωσης», δήλωσε. Η υπερκατανάλωση αντιβιοτικών αναγνωρίζεται διεθνώς ως ο βασικός παράγοντας αύξησης της μικροβιακής αντοχής και εμφάνισης ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων, φαινόμενα που επιβαρύνουν σημαντικά τα συστήματα υγείας και απειλούν τη δημόσια υγιεινή.
Επιπτώσεις και Προκλήσεις
Η Ελλάδα, σύμφωνα με διεθνείς οργανισμούς υγείας, αποτελεί μία από τις χώρες με υψηλότερα ποσοστά μικροβιακής αντοχής στην Ευρώπη. Η ηλεκτρονική παρακολούθηση της συνταγογράφησης αποτελεί ένα ισχυρό εργαλείο για την ανάσχεση αυτού του φαινομένου. Τα δεδομένα επιτρέπουν πλέον:
- Την ακριβή καταγραφή της χρήσης αντιβιοτικών ανά περιοχή, ειδικότητα ιατρού και ηλικιακή ομάδα.
- Τον εντοπισμό τάσεων υπερσυνταγογράφησης ή ακατάλληλης χρήσης.
- Την ανάπτυξη στοχευμένων εκπαιδευτικών προγραμμάτων για ιατρούς και κοινό.
- Την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των πολιτικών υγείας.
Η συλλογή και ανάλυση αυτών των δεδομένων δεν είναι απλώς μια γραφειοκρατική διαδικασία. Αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την εκπόνηση ορθολογικών πολιτικών, τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των υφιστάμενων θεραπειών και εν τέλει, την προστασία της δημόσιας υγείας από την ολοένα και αυξανόμενη απειλή της μικροβιακής αντοχής. Η πολιτεία καλείται να αξιοποιήσει πλήρως αυτά τα νέα εργαλεία, διασφαλίζοντας την επιστημονική εποπτεία και την απρόσκοπτη ροή πληροφοριών, προς όφελος των νοσηλευόμενων και της κοινωνίας συνολικά.
